top of page

Coward

 

Our bodies were still naked,

when you said

that gloom and doom

always suited me.

Then,

you wore your red.

I wore my black.

Our shoulders touched.

 

   Goodbye

    Goodbye

 

Your feet walked forward.

My feet headed backwards.

 

Our backs met again in the desert.

My black faded to gray.

Your red faded to pink.

 

Our shoulders turned to smell

if the skin still had something to give.

Your lips on my ears,

 

Gloom and doom always suit you

 

Your hands unbuckled my belt.

My fingers took off your shirt.

Your fingers found my fingers.

 

Close by,

a sandstorm was passing.

Three white horses were chasing it.

An SUV was chasing them.

A dinosaur was following it

inhaling burnt gasoline.

Behind them,

the truth rode its black horse.

We stared at the horse’s thighs.

They were bleeding.

The truth saw us.

Our eyes looked away.

 

Our hands found each other again.

They marked the skin to track

the seconds that became minutes
until our usual hour and a half was up.

 

By then, the white horses fell.

The SUV was twisted.

The dinosaur split open.

The truth stood among the wreckage.

 

And while the desert wind was moving

across the dunes,

our bodies swapped clothes.

Our shoulders knew

that they would never meet again.

Our feet walked in opposite directions.

 

With each step,

my chest tightened.

I never said

I love you.

I never held you tight

and told you,

Stay.

Δειλός

 

Τα σώματα μας ήταν ακόμα γυμνά,

όταν είπες

ότι η μελαγχολία και η καταστροφή

πάντα μου πήγαιναν.

Μετά,

φόρεσες το κόκκινο σου.

Εγώ φόρεσα το μαύρο μου.

Οι ώμοι μας άγγιξαν.

 

   Αντίο

    Αντίο

 

Τα πόδια σου περπάτησαν μπροστά.

Τα δικά μου κατευθύνθηκαν προς τα πίσω.

 

Οι πλάτες μας συναντήθηκαν ξανά στην έρημο.

Το μαύρο μου ξεθώριασε σε γκρι.

Το κόκκινο σου ξεθώριασε σε ροζ.

 

Οι ώμοι μας στράφηκαν να μυρίσουν

αν το δέρμα είχε ακόμη κάτι να δώσει.

Τα χείλη σου στο αυτί μου,

 

Η μελαγχολία και η καταστροφή πάντα σου πάνε

 

Τα χέρια σου ξεκούμπωσαν τη ζώνη μου.

Τα δάχτυλα μου έβγαλαν το πουκάμισο σου.

Τα δάχτυλα σου βρήκαν τα δάχτυλα μου.

 

Πιο κάτω,

περνούσε μια αμμοθύελλα.

Τρία λευκά άλογα την κυνηγούσαν.

Ένα SUV τα ακολουθούσε.

Ένας δεινόσαυρος ακολουθούσε το SUV.

εισπνέοντας καυσαέρια βενζίνης.

Πίσω τους,

η αλήθεια καβάλα στο μαύρο άλογο της.

Κοιτάξαμε τους μηρούς του αλόγου.

Αιμορραγούσαν..

Η αλήθεια μάς είδε.

Τα μάτια μας κοιτάξαν αλλού.

 

Τα χέρια μας ξαναβρήκαν το ένα το άλλο.

Σημάδευαν το δέρμα για να μετρούν

τα δευτερόλεπτα που γίνονταν λεπτά

μέχρι να τελειώσει η συνηθισμένη μιάμιση μας ώρα.

 

Ως τότε, τα λευκά άλογα έπεσαν κάτω.

Το SUV στράβωσε.

Ο δεινόσαυρος άνοιξε στα δύο.

Η αλήθεια στεκόταν ανάμεσα στα συντρίμμια.

 

Και ενώ ο άνεμος της ερήμου κινούνταν

πάνω από τους αμμόλοφους,

τα σώματά μας αντάλλαξαν ρούχα.

Οι ώμοι μας ήξεραν

πως δεν θα συναντιούνταν ξανά.

Τα πόδια μας περπάτησαν σε αντίθετες κατευθύνσεις.

 

Με κάθε βήμα,

το στήθος μου σφιγγόταν.

Δεν είπα ποτέ

σ’ αγαπώ.

Δεν σε κράτησα σφιχτά

και να σου πώ,

Μείνε.

All rights reserved. The copyright for any material published on this website is reserved. Any duplication or use of objects such as images, photos and texts is not permitted without Yiorgos Michael written agreement.

Website built by Isaac Azulay

bottom of page